Περικλής Σφυρίδης, «Το πάρτι και άλλα διηγήματα»

Eκδόσεις Εστία



Κριτική ανάγνωση
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής


Ο Περικλής Σφυρίδης είναι από τους ποιοτικούς εκπροσώπους της κλειστής φόρμας. Βιωματικός συγγραφέας, πολυγραφότατος[1], αφηγείται με τιμιότητα στιγμές της προσωπικής του διαδρομής. Όπως μαρτυρά ο ίδιος, τα θέματά του είναι προϊόντα έντονης συγκίνησης και σε απόλυτο μέτρο δεν τα επιλέγει. Αυτά  επιλέγουν αυτόν.[2] Σε γενικές γραμμές, το κυρίαρχο στη πεζογραφία του είναι ο έρωτας και ο θάνατος.[3]  Φυσικά πίσω από τις δύο πυρηνικές, στον ατομικό ψυχισμό έννοιες, περισώνεται και αναπαρίσταται αλληγορικά, μια ολόκληρη εποχή. Ένα κομμάτι του χρόνου, όπως το έζησε και το κατανόησε, μέσα από αλλαγές, σχέσεις και περιπέτειες, δικές του και των γύρω του. Τα παραπάνω γίνονται αισθητά και στο τελευταίο βιβλίο του.
Πρόκειται για δώδεκα ολοκληρωμένες μικρές ιστορίες, που με ρεαλιστική γραφή και άριστη χρήση της γλώσσας, καταγράφουν σημαντικά γεγονότα, φωτογραφίες ζωής. Δεν είναι όμως σημειώσεις ενός προσωπικού ημερολογίου. Αντιθέτως πρόκειται για ένα κόσμο καινούργιο που αναδύεται ή κινείται παράλληλα με τον πραγματικό. Είναι η ξεχωριστή ματιά που έχει ογιατρός (στο επάγγελμα), λογοτέχνης. Αυτά τα ιδιαίτερα φίλτρα, καταδείχνουν και το προσωπικό του ύφος. Είναι θα έλεγα από τους χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του κύκλου της Διαγωνίου, που με διευθυντή τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, δημιούργησαν κάτι αναμφίβολα καινοτόμο στην πνευματική μας ζωή.
Ο έρωτας[4], η ιατρική – κυρίως ως συνοδός του επιθανάτιου ρόγχου, τα φιλοζωικά αισθήματα[5], το κοινωνικό περιβάλλον   και η μνήμη, αποτελούν το υλικό που συνθέτει καλοδουλεμένες πνευματικές απολαύσεις. Το σκηνογραφικό φόντο είναι αστικό και νησιωτικό[6]. Οι διάλογοι, όπου παρεμβάλλονται, είναι ζωντανοί και σαν θεατρική παράσταση το όλο, αξιοποιεί το παρελθόν, αναδύει την ιστορική μνήμη, στηλιτεύει πεπαλαιωμένες νοοτροπίες, κρίνει και κρίνεται από τον αναγνώστη.
Στο βιβλίο εισβάλλουν θετικά κάποιες  ζωγραφιές. Πρόκειται για φίλους εικαστικούς[7], και συνήθως πρωταγωνιστές στους σχετικούς μύθους του λογοτέχνη. Αυτό όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά δίνει στο ταξίδι της ανάγνωσης εντονότερα την αίσθηση της αλήθειας, μετατρέποντας τον μύθο σε παραμυθία.
Έτσι ενώ πεθαίνει η φίλη «Ζωή», ο «καπετάνιος» (κεντρικό πρόσωπο σε αρκετά διηγήματα), δηλώνει θυμοσοφικά: «Άκουσε γιατρέ, μην το ψάχνεις και μη χολοσκάς…γιατί η ίδια η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μικρό ή μεγάλο πάρτι» (σ. 19). Όταν φεύγει από την ζωή ο «Πάνος Παπανάκος» το ερώτημα «…θα μπορούσε να ζει ακόμα ο Παπανάκος, αν η Μύριαμ τον ερωτευόταν πραγματικά;» (σ. 25), χαρίζει ανακουφιστικά την  πιθανότητα στη σκέψη και το χαρούμενο σκυλί μετά την σύγκρουση με τον απεχθή, για την νοοτροπία του ψαρά, την ελπίδα για την αλλαγή των συνειδήσεων (σ. 36). Αυτή τη μάχη δίνει ο Π. Σφυρίδης, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση ανθρώπου και ζώων. Όσο κι αν φαίνεται ανέλπιδη, τελικά καταφέρνει να μας διδάξει μια άλλη συμπεριφορά και σχέση με τα τετράποδα. Ο «Σαντάμ» στην  «Βεντέτα» συγκρούεται με τον «Φονιά» και τούτο δεν είναι σύγκρουση σκύλου και ανθρώπου, παρά σύγκρουση αισθημάτων και αισθήσεων διαφορετικών κόσμων. Το ίδιο επιτελείται και στην «Άλλη παράδοση»(σσ.81-97). Ελεύθερα ο καθένας επιλέγει. Προσωπικά τάσσομαι με τον συγγραφέα. Αν και άνθρωπος της υπαίθρου, ανήκω στην κατηγορία αυτών, που με υπερηφάνεια σου γνωρίζουν τα ζώα της οικογενείας του. Την ίδια συνέπεια σε αισθήματα υψηλά δείχνει και σε θέματα μετανάστευσης και κοινωνικής ηθικής. Νομίζω είναι ιδιαίτερα επίκαιρος και καυστικός ο λόγος του: «Κωλοκράτος…ξεστομίζω και φτύνω» (σ. 68) στο πρώτο και «Ζεμπέκος – Σαμουράι» (σ. 79) στο δεύτερο.   Στα «Βραβεία» (σσ. 100- 116), είναι αποκαλυπτικός. Η αλληγορία του αποτελεί ντοκουμέντο στην υπόθεση κρατικών βραβείων. Η διαπλοκή προσώπων, το αλισβερίσι εκδοτών – εφημερίδων – πνευματικών ταγών, η υποταγή στην ματαιότητα, η ανάγκη για αναγνώριση και τέλος ο θάνατος που τα εξαφανίζει όλα. Στο διήγημα αυτό υπάρχει γενναιότητα, τιμιότητα  και συμβουλή για εμάς τους νεότερους. Η λογοτεχνία και ιδιαίτερα το διήγημα θα πρέπει να είναι ένας δημιουργικός λυτρωτισμός και όχι ένα κυνήγι προσωπικής και συνήθως άρρωστης ματαιοδοξίας. Στην  «Πώρωση» (σσ. 117 – 132), εκφράζει κάποιες απόψεις και θέσεις για την εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες. Πρόκειται για μια περιγραφή της επαφής του με μια κοινότητα απεξάρτησης και μια προσπάθεια ανίχνευσης του εσωτερικού κόσμου του υποκειμένου, στην αιτία της πώρωσης. Χωρίς να διαφωνούμε, η σωτηρία μέσω της τέχνης μπορεί να είναι η λύτρωση (σ. 132). Στο διήγημα «Στην μνήμη του Αλμπέρτου Ναρ και του άλλου Αλπέρτου» (σσ. 133 -145), επιτελείται κάτι εντελώς ριζοσπαστικό. Πρόκειται για την επίσκεψη δύο νεκρών, ενός Γερμανού και ενός Εβραίου. Η συνομιλία με τις σκιές φυσικά δεν είναι το ριζοσπαστικό[8]αλλά η τοποθέτηση δύο φωτογραφιών ισότιμα και η αναβίωση δύο προσώπων με την ίδια συναισθηματική φόρτιση και αξία, είναι τολμώ να πω σοκαριστηκά δυνατή. Σκιές τον επισκέπτονται και όταν βρίσκεται στην «Άθυτο»(Χαλκιδική). Ο ζωγράφος και η παλιά αγάπη ηΕλένη. Το αιώνιο που εξασφαλίζει η τέχνη χαρίζει την  «Απέραντη γαλήνη του Γιώργου Παραλή» (σσ. 147 – 157) και την αναμφισβήτητη εικόνα ενός προσωπικού χρόνου, που δεν χωρά σε αυτόν η είδηση ότι κάποιος έφυγε, ή θα φύγει  για πάντα. Το «Ταξίδι» (σσ. 160 – 169), είναι το τελευταίο διήγημα. Εδώ κατορθώνει να εξυψώσει το ατομικό σε διαχρονικό και καθολικό. Ο θάνατος γίνεται απλά ένα «…μακρύ ταξίδι αναψυχής»(σ. 169) και η όντως ζωή θα έλεγα αέναη.

 Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό « Στον Ίσκιο του Ήσκιου»
http://www.iskiosiskiou.com

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο αναμορφωμένος

Τα Καναπεδάκια της Ανεργίας

Θα νικήσουμε….