20 Φεβ 2017

Ο Δημήτρης Μαγριπλής συνομιλεί με τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου για την "Αγνώστου Στρατιώτου", μα και την "Φλόγα απ' τη στάχτη", που έπεται .....

Τον κύριο Τόλη Νικηφόρου τον ήξερα ως ποιητή μέσα από τις πολλές ποιητικές συλλογές του. Το 2009 χάρηκα ιδιαίτερα για το κρατικό βραβείο και συνάμα ένοιωσα έκπληξη , όχι γιατί το μοιράστηκε με τον εξίσου μεγάλο ποιητή Αργύρη Χιόνη, μα για το γεγονός ότι δύο ποιητές μοιράζονται ένα βραβείο διηγήματος. Έστω και έτσι, το βιβλίο του : «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη» (http://nanodihghma.blogspot.gr/2013/01/blog-post_22.html), ήταν και η αιτία που τον αναζήτησα και επιδίωξα μια σχέση στενότερη. Να μια από τις τελευταίες συνομιλίες μας :  

      Δημήτρης Μαγριπλής: Διηγηματογράφος ή ποιητής, κύριε Νικηφόρου;


Τόλης Νικηφόρου: Έχουν εκδοθεί ως τώρα 33 βιβλία μου, 19 ποίησης και 14 πεζογραφίας (4 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους). Το 20ο ποιητικό και 34ο συνολικά αναμένεται να εκδοθεί σε μερικές εβδομάδες. Η ιδιοσυγκρασία μου είναι ποιητική και ποιητικός ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα αυτού του κόσμου.  Επειδή όμως «το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί» ενώ η δική μου λογοτεχνική λειτουργία είναι διαρκής, καταφεύγω στην πεζογραφία ως κάποιου είδους ανάπαυση του πολεμιστή.  Το γεγονός αυτό, επιπλέον, επιτρέπει να φορτιστούν οι μπαταρίες μου για την επόμενη ποιητική περιπέτεια.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις των ποιητών που είναι ταυτόχρονα  και σημαντικοί  πεζογράφοι και μάλιστα διηγηματογράφοι.  Ενδεικτικά ας αναφέρω τους Θεσσαλονικείς Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου και Πρόδρομο Μάρκογλου.


Δ.Μ.: Πώς ορίζετε το διήγημα και ποια η συγγένειά του με την ποίηση;
Τ.Ν. : Συμφωνώ με τον ορισμό ότι «το διήγημα είναι η ποίηση της πεζογραφίας».  Κατά τη γνώμη μου,  σημαντικές αρετές και των διηγημάτων είναι η απλότητα, η λιτότητα, η πυκνότητα και η διαφάνεια, ακόμη και  μια διακριτική  μουσικότητα. 

Δ.Μ.: Η σημασία της «μικρής φόρμας» στην σύγχρονη λογοτεχνία, σε ένα κόσμο ταχύτητας και αδυναμίας επικοινωνίας με πολλές λέξεις...
Τ.Ν.:Η ποιητική μου ιδιότητα δεν μου επιτρέπει να γράφω εκτενή πεζά κείμενα.  Τα διηγήματά μου είναι συνήθως τρεις έως επτά σελίδες ενώ τα μυθιστορήματά μου δεν υπερβαίνουν τις 200 σελίδες.  Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι οι εκδότες  προκρίνουν τα  μυθιστορήματα -«τούβλα»  των 500-700 σελίδων, που είναι προτίμηση και μεγάλης μερίδας του αναγνωστικού κοινού.  Αναπόφευκτα είναι λοιπόν τα παραγεμίσματα και οι πλατειασμοί.

Δ.Μ.: Σας έχουν χαρακτηρίσει ερωτικό ποιητή μα έχω διαβάσει στίχους σας επαναστατικούς με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής. Πώς θα προσδιορίζατε την πηγή έμπνευσής σας;
Τ.Ν.:Η ποίηση είναι ένα ερωτικό φαινόμενο  και  εγώ βέβαια ένας ερωτικός ποιητής.  Ο έρωτας διατρέχει το σύνολο της λογοτεχνικής μου παρουσίας.  Ταυτόχρονα όμως, την πρώτη περίοδο υπήρξα σαφώς και ένας  κοινωνικός ποιητής  ή ποιητής της κοινωνικής αγωνίας.  Συγκλονιστικά προσωπικά αλλά και κοινωνικά γεγονότα καθώς και η ίδια η ωριμότητα με έστρεψαν μετά το 1990 προς την υπαρξιακή ποίηση.  Ως υπαρξιακός ποιητής λοιπόν αναφέρομαι πλέον στις ανθολογίες και γραμματολογίες.  Παρόλα αυτά, δεν έπαψα  βέβαια να γράφω ερωτικά  ποιήματα , δεν έπαψα να  συμμετέχω στους κοινωνικούς αγώνες  και τις εκδηλώσεις. Για μια φορά ακόμη αποδεικνύεται πόσο επισφαλείς είναι αυτοί οι διαχωρισμοί.
Κύριες πηγές της έμπνευσής μου είναι  το θαύματα του κόσμου, ο έρωτας και η αγάπη, η ομορφιά και η αθωότητα, οι κοινωνικές συνθήκες και η τραγική μοίρα του ανθρώπου.

Δ.Μ.:Ποιος ο ρόλος του διανοούμενου στους δύσκολους καιρούς που ζούμε;
Τ.Ν.:Ο ρόλος του διανοουμένου  στους δύσκολους καιρούς που ζούμε αλλά και σε κάθε χώρα και κάθε εποχή είναι να περιφρονήσει την κάθε είδους εξουσία, να βγει γυμνός στον δρόμο και  να πει την αλήθεια όπως τη βλέπει και όπως την αισθάνεται. Με δύναμη, ειλικρίνεια, εντιμότητα.

Δ.Μ.: Πώς και πόσο μπορεί να συμβάλει η τέχνη του λόγου, στην ανάδυση μορφών αντιστάσεων στο σύγχρονο κόσμο;
Τ.Ν.: Δεν τρέφω αυταπάτες.  Ας φανούμε εμείς συνεπείς στα ιδανικά των εφηβικών μας χρόνων,  ας σηκώσουμε το κεφάλι και ας τιμήσουμε όσα μας δόθηκαν, ας τιμήσουμε την τέχνη μας και αυτό θα είναι ήδη μια σημαντική αντίσταση και μία νίκη. Στον δικό μας χώρο και με τις δικές μας δυνατότητες.

Δ.Μ.: Πρόσφυγες, φτώχεια, ανεργία, κοινωνικές μάστιγες και παράλληλα ερεθίσματα για ένα ποιητή
Τ.Ν.: Από τα χαμόγελο ενός παιδιού έως την έσχατη αθλιότητα αυτού του κόσμου, όλα μπορούν να αποτελέσουν ερεθίσματα για ένα ευαίσθητο άνθρωπο και βεβαίως για έναν ποιητή.  Ιδίως με την υπερπληροφόρηση  της εποχής μας, όταν κανείς δεν μπορεί να προφασιστεί άγνοια. Το ερώτημα  είναι πώς αντιδρά  κανείς σε αυτό τον καταιγισμό από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, το διαδίκτυο.  Θα έλεγα ότι αντιδρά όπως επιτάσσει η ευαισθησία του, η ψυχική του δύναμη και η εντιμότητά του.

Δ.Μ.: Τα προσωπικά βιώματα είναι παρόντα στον κόσμο που αναδύεται από το έργο σας;
Τ.Ν: Είμαι βιωματικός ποιητής και πεζογράφος.  Μετατρέπω την απίστευτη περιπέτεια της ψυχής μου σε λογοτεχνία. Ακόμη και τα εντελώς φανταστικά κείμενά  μου στο βίωμα αναπόφευκτα βασίζονται.  Όχι, η ζωή δεν με άφησε να πλήξω, με έριξε στη φωτιά από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια.  Είχα την τύχη και τη δύναμη να επιβιώσω για να γράψω τα βιβλία μου, να πω όσα είχα να  πω.

Δ.Μ.: Αισιοδοξείτε για το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας και ιδιαίτερα του διηγήματος;
Τ.Ν.: Ναι, είμαι πολύ αισιόδοξος για το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας.  Η τέχνη ανθίζει σε χαλεπούς καιρούς  και τα  τελευταία χρόνια  εμφανίζονται πολλοί αξιόλογοι νέοι ποιητές, διηγηματογράφοι, μυθιστοριογράφοι.  Η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι στην κορυφή αυτού του κύματος βρίσκεται η ποίηση και το διήγημα.  Το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας βρίσκεται σε καλά νεανικά χέρια.

Δ.Μ.:  Δυο λόγια για το τελευταίο βιβλίο σας
Τ.Ν.: Το τελευταίο βιβλίο μου είναι η συλλογή διηγημάτων «Αγνώστου Στρατιώτου» για τα παιδικά μου χρόνια στη γειτονιά της Πλατείας Δικαστηρίων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Κλείνει  έτσι ένας κύκλος καθαρά αυτοβιογραφικών βιβλίων, που άρχισε το 2000 με τη συλλογή διηγημάτων «Νόστος» για τα σχολικά μου χρόνια στο Ανατόλια και συνεχίστηκε με το μυθιστόρημα «Η γοητεία των δευτερολέπτων»,  2001 για την περίοδο από τη δικτατορία ως τον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης (1967-1978) και με τη συλλογή διηγημάτων «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη» για τη μεταπολίτευση ως τις αρχές του 21ου αιώνα.  Παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις μου για τον οδυνηρά βιωματικό χαρακτήρα της συλλογής «Αγνώστου Στρατιώτου», με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπίστωσα  ότι υπήρξε μια μεγάλη και συγκινητική ανταπόκριση όσων τη διάβασαν.

Δ.Μ.: Ένα στίχο χαρισμένο στους φίλους του tempo24, στην Πάτρα μας, αλλά και τον Μοριά γενικότερα , που σας χαιρετά…
 Τ.Ν.: Για τους φίλους του http://www.tempo24.gr/, για την ωραία Πάτρα και τον ηρωικό Μοριά ένας στίχος δεν αρκεί . Μαζί με την αγάπη μου και τους θερμούς μου χαιρετισμούς, τους αφιερώνω το ποίημα που εκφράζει τη στάση ζωής μου  και περιλαμβάνεται στην υπό έκδοση συλλογή μου «Φλόγα απ’ τη στάχτη»: 

να είσαι καλός

κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο
κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός
ανυπεράσπιστος
μπροστά στην αθωότητα
εκστατικός
μπροστά στο θαύμα
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο
στον δρόμο που δεν έχει τέλος
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα


5 Φεβ 2017

Ο Δημήτρης Μαγριπλής συνομιλεί με τον ποιητή Ηλία Κεφάλα, για τα αόρατα αλλά και τα ορατά.....

Τον κύριο Ηλία Κεφάλα τον συνάντησα το 2007 μέσα από την ανάγνωση μιας συλλογής διηγημάτων του, το «Χώμα και Χώματα»(http://nanodihghma.blogspot.gr/2013/01/blog-post_11.html). Έκτοτε τον αναζήτησα νοερά στις ποιητικές συλλογές του, τα δοκίμια και τις κριτικές σε στήλη του περιοδικού Ευθύνη, όσο και στα περιοδικά Τομές, Νέες Τομές, Διαβάζω και Οδός Πανός, όπου φιλοξενήθηκαν περισσότερα από χίλια κείμενά του. Ανάμεσα στα άλλα , ο Ηλίας Κεφάλας είναι και η πιο τρανή απόδειξη πως το ταλέντο και η πιστή συμμόρφωση στην ποιότητα της τέχνης του λόγου, είναι άσχετη με το πού μένει κάποιος  και πού τεχνουργεί. Παραμένει εραστής της υπαίθρου και από το 1992 και έπειτα  ζει στο γενέθλιο τόπο του, το Μέλιγο Τρικάλων. Η τελευταία ποιητική συλλογή του : «Λεζάντες για τα αόρατα», Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016, μας έδωσε την αφορμή αυτής της συνομιλίας. Σας την παραθέτω ….
   

Δ. Μαγριπλής: Ποίηση , διήγημα, συγγραφή , τι από όλα αυτά υπερισχύει κύριε Κεφάλα;

Η. Κεφάλας: Αναμφιβόλως η ποίηση. Σε κάθε στιγμή του βίου μου, σε οποιαδήποτε ενασχόληση, σε οποιοδήποτε γραπτό, αισθάνομαι την ποιητική συνείδηση να με καθορίζει. Το διήγημα δεν είναι για μένα τίποτε περισσότερο παρά ποίηση σε πρόζα, κείμενο που για κάποιους λόγους δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να γίνει ποίημα. Το κριτικό κείμενο έρχεται κι αυτό μέσα από μιαν άλλη κατεύθυνση για να συμπληρώσει την ποιητική ιδιοσυγκρασία μου. Δεν είναι υπερβολή, αν υποστηρίξω 
ότι οι ποιητές, που διαθέτουν και κριτικό λόγο, είναι πιο πλήρεις και πιο ακέραιοι στην λόγια φυσιογνωμία τους.

Δ.Μ. :Ανάγκη, υποχρέωση, λύτρωση, απορία, απάντηση,  τι  είναι τελικά η ποίηση;

Η.Κ.: Θα μπορούσα να προσθέσω και άλλες λέξεις, αμέτρητες ακόμα καταστάσεις για το τι πιθανόν θα μπορούσε να είναι η ποίηση. Δεν είναι περίεργο που η ποίηση παραμένει απροσδιόριστη και αόριστη (χωρίς τελεσίδικο ορισμό), παρά τις χιλιάδες διατυπωμένες (ποιητικά ή κριτικά) προσπάθειες ορισμού της. Η ποίηση είναι τα πάντα: και ανάγκη, και υποχρέωση, και διαρκής απορία. Και εμείς οι δύο, που συζητούμε καλόπιστα αυτήν την στιγμή, περιεχόμενο είμαστε (και θέλω να πιστεύω πολύ ποιοτικό) της θρυλικής και απεριόριστης εννοίας της. Θα μπορούσαμε ίσως να ματαιοπονήσουμε, ορίζοντάς την αποφατικά. Δηλαδή, απαριθμώντας εκείνα τα πράγματα, που κατά κάποιον φαινομενικά εξώφθαλμο τρόπο δεν συνιστούν ποίηση. Έρχεται όμως κάποια εύχαρις στιγμή, που ένας ευφάνταστος ποιητής ανάγει σε ποίηση αυτό που νομίζουμε ότι δεν είναι. Αποτέλεσμα; Κόλαφος και δη ποιητικότατος.

Δ.Μ.:  Η ποίηση ως υπόθεση ζωής ή υπόθεση γλώσσας;

Η.Κ.: Δεν είναι μακριά το ένα από το άλλο. Αλλά οπωσδήποτε η ζωή υπερτερεί, περιέχοντας ταυτόχρονα την γλώσσα. Η ποίηση είναι υπόθεση αίματος, σώματος, δηλαδή ζωής. Η γλώσσα συνιστά το πολύτροπο εργαλείο της, το μέσον περαίωσης της διαδικασίας. Η υπόθεση της ζωής είναι το αόρατο παραμύθι, το αρχαγγελικό φτερούγισμα, η ώθηση που ψάχνει σε όλες τις κατευθύνσεις για να συλλάβει τις πολύσημες εστίες της ομορφιάς και της παρηγορίας. Η γλώσσα (αυτό το σκαρί μεταφοράς, που πρέπει να είναι πάντα γερό) είναι η χειροπιαστή επιστήμη, το απαραίτητο υλικό τόσο με τον πληθωρισμό των επιφάσεών της όσο και με τις αφαιρέσεις της. Σκεφτείτε ότι μερικοί θέλουν να την καταργήσουν μερικώς ή εντελώς (περφόρμερ), χωρίς να με έχουν πείσει μέχρι στιγμής. Πού θα σταθεί η ποίηση, αν όχι στο δέντρο της γλώσσας;

Δ.Μ.: Η ποιητική φαντασία στις μέρες μας δείχνει να είναι επικίνδυνη, ενοχλεί τους κρατούντες μιας παγκόσμιας σκηνοθεσίας τρόμου , τι λέτε;

Η.Κ.: Στους κακόπιστους, στους έχοντες κακές προθέσεις και ιδιοτελείς φόβους η ποίηση ενοχλεί και φαίνεται επικίνδυνη, επειδή εισχωρεί παντού, αναμοχλεύει τα πάντα και κυρίως την συνείδηση και τις καταπιεσμένες αρετές του ανθρώπου. Η ποίηση ψάχνει και βρίσκει το κουράγιο, τη δύναμη, την ελπίδα, την άρνηση. Διεκδικεί, μετουσιώνει, μεταλαμπαδεύει, επικοινωνεί, ελπίζει. Εν τέλει διεγείρει και πολεμά. Πώς να μην έχει εχθρούς μέσα στην πλευρά του Κακού και του Σκότους;

Δ.Μ.: Ζούμε σε μια κοινωνία εκπτώσεων. Κατά πόσο σας ενοχλεί η έλλειψη οραμάτων, στόχων και προσωπικοτήτων που θα μπορούσαν να χαρίσουν ξανά την ελπίδα;

Η.Κ.:Από το 1989, όταν εκδόθηκε η ανθολογία μου για την “Γενιά του Ιδιωτικού Οράματος”, μιλούσα για την έλλειψη κοινών συλλογικών οραμάτων ή μύθων και την απομόνωση του ανθρώπου στην ιδιωτική του περιοχή.
Το μόνο συλλογικό που εντοπιζόταν μέσα στην νέα ποίηση ήταν η συλλογική μοναξιά και η απορρόφηση γου ανθρώπου από τον στενό του ατομικό ορίζοντα. Δεν ξέρω κατά πόσο ήταν και είναι αυτό λυπηρό έναντι μιας ανέφικτης μεγάλης ιδέας, ικανής να συναρπάσει το πλήθος. Ίσως η προσγείωση στην πραγματικότητα και η τίμια και ειλικρινής ενδοσκόπηση να μας είναι ενίοτε απαραίτητη. Από την άλλη πλευρά προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους υπάρχουν και σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι σε τομείς, όπως είναι η πολιτική για παράδειγμα, που μπορούν να μας επηρεάσουν άμεσα και εμφανώς. Στην πολιτική από την εποχή του Ντε Γκωλ και του Βίλλυ Μπραντ ή έστω και του Ζακ Ντελόρ σημειώνεται μεγάλη λειψανδρία. Δυστυχώς η έλλειψη μεγάλων και εμπνευσμένων προσωπικοτήτων συνιστά το μέγιστο πρόβλημα σήμερα στις τύχες του κόσμου μας.

Δ.Μ.: Είναι δυνατόν οι ελλείψεις μας στο συλλογικό να γεννήσουν ποιητικές επαναστάσεις;

Η.Κ.: Οι ποιητές μέσα από τα ποιήματά τους έχουν απαντήσει αρνητικά σ’ αυτό. Δυστυχώς οι αλλαγές είναι σχεδόν πάντα καρπός του απροσδοκήτου και όχι κάποιας επισταμένης προπαρασκευής. Επαναστάσεις στην ποίηση ή από την ποίηση ή με την ποίηση; Όχι. Κάτι άλλο πρέπει να προηγηθεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ἡ ποίηση ἐνδεχομένως νὰ παρακινεῖ, νὰ προσανατολίζει, νὰ ἐπιστέφει προσπάθειες, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἡ ἴδια θρυαλλίδα τῆς ἔκρηξης εἶναι πολὺ δύσκολο ἕως ἀπίθανο. Ἡ μόνη ἐπανάσταση ποὺ καταγράφεται στὴν ποίηση -καὶ αὐτὴ μὲ ὅλη τὴν ὑπερβολὴ τῆς λέξης- περιορίζεται καὶ ἐξαντλεῖται μέσα στὴν ἰδιοσυστασία της, μέσα στὸν φέροντα ὀργανισμό της.

Δ.Μ.: Πώς η ποίηση στηρίζει  τον άνθρωπο σε μια περίοδο τεράστιας ανεργίας, προσφυγιάς και φτώχειας;  

Η ποίηση παρηγορεί με την αισθητική της δύναμη. Ξεκουράζει. Όμως αυτό ποτέ δεν είναι αρκετό. Δεν αντικαθιστά ποτέ το ψωμί που λείπει, ούτε την εργασία που δεν βρίσκεται. Διαφορετικά θα την αποδέχονταν και οι εχθροί της, οι απολυτάρχες των καθεστώτων, αυτοί που εχθρεύονται την αλήθεια. Θέλετε ψωμί; θα έλεγαν. Ορίστε, πάρτε ποιήματα και χορτάστε. Η ποίηση όμως δεν συμπληρώνει το ελλείπον υλικό αγαθό. Απλώς λέει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, γιατί μας λείπει το αγαθό, ποιος μας το στερεί, ποιος το κατέχει και μας το κρύβει. Η ποίηση δείχνει. Και προ πάντων εμπνέει: την τόλμη, την ανδρεία, την δικαιοσύνη, την ελευθερία. Τις ανθρώπινες αρετές.


Δ.Μ.: Μέλιγος Τρικάλων. Κατά πόσο το μικροπεριβάλλον και ιδιαίτερα η ζωή στην επαρχία - και μάλιστα μέσα στην φύση - χαρίζει εμπνεύσεις;

Η.Κ.: Αυτό νομίζω ότι έχει να κάνει με τον ψυχισμό και τα βιώματα του κάθε ανθρώπου. Εγώ μεγάλωσα μέσα στη φύση, σ’ ένα μικρό χωριό 100-150 κατοίκων και όλος ο κόσμος μου είχε συμπυκνωθεί στο λιλιπούτειο περιβάλλον του.
Είχα μάθει από πολύ μικρός να συνυπάρχω και να συνομιλώ με κάθε τι οργανικό και ανόργανο που με περιστοίχιζε και απαιτούσε την ισότιμη παρουσία του μέσα στη φύση και τη ζωή. Και όταν, μεγαλώνοντας, άρχισα να επεκτείνω τον κόσμο μου μέσα από την μόρφωση (σχολείο, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διάβασμα, ταξίδι κλπ) πάλι τα νέα στοιχεία της επέκτασης αυτής επέστρεφαν και εμβολίαζαν τα ήδη γνωστά δομικά υλικά του μικρού μου κόσμου, κάνοντάς τον να φανερώνει και άλλες πτυχές, άλλες ακμές, άλλες μορφές σε ουσία και περιεχόμενο. Η προβληματική μου είναι πολύ απλή: Επιθυμείς τη λύση σε κάποιο πρόβλημα; Βάλε το μέσα στη φύση κι εκείνη θα σου δείξει την κατεύθυνση της επίλυσής του. Στην φύση κανένα αίνιγμα δεν μένει άλυτο, καμία αδικία δεν ευσταθεί. Αργά ή γρήγορα όλα εξισορροπούνται από τον ζυγό της συμπαντικής ευταξίας.


Δ.Μ.: «Λεζάντες για τα αόρατα» είναι το τελευταίο βιβλίο σας. Ανθρωπολογική ταυτότητα, υπαρξιακή αναζήτηση στο χώρο του άχρονου και του συμπαντικού ή άλλη μια βουτιά στο βάθος του νου;
Η.Κ.: Δεν είναι όλα μαζί αυτά; Νομίζω είναι ή τουλάχιστον θέλω να είναι, προς αυτήν την θέαση γράφω την ποίησή μου. Σε όλα μου τα ποιήματα θέλω να κυριαρχεί ο ανθρωπολογικός παράγοντας, όπως προεκτείνεται μυστηριακά μέσα από την ρικνή πραγματικότητα στο όνειρο. Το βάρος της ύπαρξης μας κατευθύνει πάντα και η υπαρξιακή κόπωση μας δίνει τα φτερά της έσχατης καταφυγής. Τα ποιήματά μου προσπαθώ να είναι υπογραμμίσεις σ’  αυτήν την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να προσελκύσει τα αόρατα στηρίγματα και να τα κάνει καταφυγές στη μάχη του με τα ορατά. Τι είναι τα αόρατα; Προεκτάσεις της ομορφιάς και της ελπίδας πέρα από τον περιορισμό του ορατού.

Δ.Μ.: Κάθε ποιητής νομίζω χαρίζει στον αναγνώστη του ένα ρυθμό, αδιόρατο αλλά παρόντα. Ποιος θα μπορούσε μουσικά να ανταποκριθεί στο ιδιαίτερο της γραφής σας;  


Η.Κ.: Είμαι άνθρωπος της πραότητας και της χαμηλής φωνής. Αν θα ήθελα μια υπόκρουση στην ποίησή μου θα προτιμούσα την “γυμνοπαιδεία” του Σατί ή το “αντάτζιο” του Αλμπινόνι, χωρίς βέβαια να εξαντλείται η επιθυμία μου μόνο σ’ αυτά.

πρώτη δημοσίευση: http://www.tempo24.gr/eidisi/110495/o-dimitris-magriplis-synomilei-me-ton-poiiti-ilia-kefala-gia-ta-aorata-alla-kai-ta

30 Ιαν 2017

Συνέντευξη στην ηλεκτρονική «Θράκα» και τον Αντώνη Ψάλτη.


Η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, «Τα καναπεδάκια της ανεργίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική, έχει αγαπηθεί από μια μερίδα του αναγνωστικού κοινού για την ειλικρίνειά της. Με αφορμή το βιβλίο, ο Αντώνης Ψάλτης έθεσε κάποια ερωτήματα στον συγγραφέα.

1. Στο βιβλίο σας, «Τα καναπεδάκια της ανεργίας», τα καναπεδάκια είναι ταυτόχρονα νόστιμα βρώσιμα εδέσματα και χώρος απομόνωσης και αναμονής. Σωστά;

Τα «Καναπεδάκια» αυτά,όπως και όλα τα εδέσματα,είναι θελκτικά και βρώσιμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ευκολοχώνευτα και συνηθισμένα. Αποτελούν προϊόν εσωτερικής διαδρομής και αναμονής καλύτερων ημερών. Θα έλεγα,αντίθετα με τις όποιες προσδοκίες,ότι πρόκειται για δύσκολες τροφές που αν δεν προσέξει κανείς μπορεί να του κάτσουν στο στομάχι. Απαιτούν σκέψη, βίωμα και αρκετές δόσεις ευαισθησίας ώστε να περιορίσουν κάθε αντίδραση μιας πικρόγλυκης γεύσης που τα χαρακτηρίζει.


2. Ποιο, κατά τη γνώμη σας, είναι το χαρακτηριστικό αυτής της συλλογής διηγημάτων που μπορεί να τέρψει τον αναγνώστη;

Η αλήθεια που τα περιβάλλει και το γεγονός πως πρόκειται για κοινό τόπο, τουλάχιστον όσων έχουν δηλώσει παρών σε αυτή την ιστορική συγκυρία που τα καθορίζει. Ο τόπος και ο χρόνος μπορεί να μην είναι πραγματικά, μα όλα καθιστούν πρωταγωνιστή εμάς, τα παιδιά της απόλυτης κρίσης.


3. Πέρα από τη συγγραφή, ασχολείστε και με την ελαιουργία. Πόσο σημαντικό είναι, πιστεύετε, ο συγγραφέας να καταπιάνεται με την καθημερινότητα;

Η τέχνη δεν είναι επάγγελμα σε μια χώρα σαν τη δική μας. Θα μπορούσε βέβαια,αλλά το βλέπω πολυτέλεια. Επομένως,κάτι πρέπει να κάνει κανείς για την αξιοπρέπεια και την επιβίωσή του. Προσωπικά,δηλώνω αγρότης (ελαιοπαραγωγός) αλλά και,κατά καιρούς, επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αν ο συγγραφέας δεν καταπιάνεται με την καθημερινότητα,τότε τι κοινό έχει με τον κόσμο που τον περιβάλλει; Η τέχνη ως απόλυτα προσωπική αυτοϊκανοποίηση έχει τις ηδονικές στιγμές της,μα δεν βλέπω τον λόγο να απαιτεί κανείς να τη μοιραστεί και με άλλους.


4. Καθαρίζουν έτσι οι αισθήσεις και το κριτήριό του προτού ξεκινήσει το γράψιμο;

Η ευαισθησία και ο λόγος ορίζουν την αιτία και αυτή παρέχει την ευκαιρία της καταγραφής του επεισοδίου. Άλλοτε ακαριαία και κάποτε με κόπο απεικονίζεις με τον πιο άριστο τρόπο, εφόσον πρόκειται για λογοτεχνία, γεγονότα και καταστάσεις που σε έκαναν να γυρίσεις το βλέμμα σου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αργά ή γρήγορα,όλα είναι ένα καταχωρημένο παρελθόν.


5. Τι ενώνει τους ήρωες του βιβλίου σας; Ποιος καημός και ποια ελπίδα;

Δεν υπάρχουν ήρωες, υπάρχουν μορφές,και αυτές ενώνονται με τον ιστό του ιστορικού χρόνου που τις περιβάλλει. Δεν ακολουθώ τα βήματα κάποιων,αλλά περιγράφω το αποτέλεσμα του όλου. Δηλαδή δεν εστιάζω στην αράχνη,αλλά στο μεγαλείο και την ομορφιά του έργου της. Κοινωνιολόγος,βλέπετε,αν και η διατριβή μου εστιάζεται γενικά στον πολιτισμό και όχι συγκεκριμένα στη λογοτεχνία. Ο καημός και η ελπίδα είναι η κίνηση του όλου,που δυστυχώς σήμερα λιμνάζει σε έναν βούρκο με παραπεταμένα όνειρα.


6. Το χιούμορ και η σαρκαστική διάθεση διαπλέουν τη συλλογή. Είναι συγκαλυμμένη πικρία, αμυντικός μηχανισμός;

Είναι τρόπος γραφής,τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο,και νομίζω ότι δεν πρωτοτυπώ. Οι μύθοι και τα διαβάσματα που με έχουν καθορίσει διακρίνονται για την ειρωνική τους διάθεση αλλά και τον αυτοσαρκασμό. Επιπλέον,είμαι αυστηρός και ενίοτε χλευαστικός με τον κυριούλη που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Επιπροσθέτως,παραμένω παιδί,με αποτέλεσμα να γελώ καμιά φορά ακόμη και με τα πιο σοβαρά,επιλέγω την πιο αστεία ή φαντασιακή πλευρά τους.


7. Θα αλλάζατε κάτι στο βιβλίο σας εκ των υστέρων;

Όχι,με κάνει χαρούμενο που το υπέγραψα. Φυσικά,είναι εφαλτήριο για το επόμενο, μια επιθυμία που της δίνει φτερά κάθε τι που,φεύγοντας από εμάς,το κάνει ξένο και ταυτόχρονα αγαπητό στη μνήμη μας.


8. Τι είναι ένας συγγραφέας στις μέρες μας; Προφήτης; Τρελός;

Απλά άνθρωπος. Ένα είδος που σπανίζει και χρωματίζει τον ασπρόμαυρο καμβά της ιστορίας.


9. Ζείτε με την οικογένειά σας στην Κυπαρισσία. Η φύση δεν ξεμυαλίζει τον άνθρωπο που πάει να γράψει;

Ζω στη φύση και είναι επιλογή. Η Κυπαρισσία του νότου μάς παρέχει ως μόνιμη κατοικία το εξοχικό των γονιών μου. Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα λοιπόν και τούτο,όσο επώδυνο κι αν γίνεται με τη σκληρή εργασία στα χωράφια,δεν ξεμυαλίζει αλλά ζαλίζει από τα τόσα θαύματα που συντελούνται γύρω σου. Μόνο σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο άνθρωπος δημιουργεί ελεύθερος και αληθινός,όπως άλλωστε ορίζει η φύση του.


10. Να κλείσουμε με μια φράση-κλειδί από το βιβλίο σας;

Αυτό το αφήνω να το ανακαλύψετε μόνοι σας ….
Σας ευχαριστώ

26 Ιαν 2017

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: «Τα καναπεδάκια της ανεργίας» κριτική της Έρης Ρίτσου

κείμενο : Έρη Ρίτσου 

Μια συλλογή «μικροδιηγημάτων», όπως τα αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας, είναι η συλλογή Τα καναπεδάκια της ανεργίας. Πραγματικά πρόκειται για μικρά σε έκταση διηγήματα, που όμως το καθένα αποκαλύπτει έναν κόσμο ολόκληρο.
Η συλλογή εισάγεται με το διήγημα «Η χώρα της αφθονίας» που, με τον όποιο συμβολισμό του, ξεκινά σχεδόν σαν μια αφήγηση επιστημονικής φαντασίας. Ο αφηγητής ακολουθεί έναν γηγενή που επιστρέφει στη χώρα της αφθονίας περνώντας «όλα τα χρώματα της δικής μας επικράτειας» και φτάνοντας στην πύλη ενός τεράστιου τείχους, το οποίο φρουρεί ένας αμίλητος φύλακας. Σε μια παράξενη πολιτεία που δημιουργεί κλειστοφοβικά αισθήματα, και που μοιάζει σαν μια τεράστια παγίδα. Κλειστή ολούθε, χωρίς διαφυγή, μουντή, με έναν διαρκή βόμβο να ακούγεται, με τον λόγο και κάθε προσπάθεια ομιλίας και επικοινωνίας να έχουν καταργηθεί. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι κάτοικοί της είναι να καταναλώνουν. Να αγοράζουν τα πάντα. Χωρίς χρήματα. Μόνο με τη χρήση κάρτας. Και φυσικά να εργάζονται διαρκώς αμίλητοι. Δυνατότητα λόγου αποκτούν μόνο μετά από χρήση φαρμάκων αλλά και τότε μιλούν μόνο σε καθρέφτες απέναντί τους. Ο αφηγητής, μην μπορώντας να αντέξει τη χώρα της αφθονίας, δραπετεύει. Γαντζωμένος πάνω του, τον ακολουθεί και ο γηγενής στη χώρα των αισθήσεων.
Συμβολικό το διήγημα; Σε έναν βαθμό ναι, αλλά όχι και τόσο, μια που την εμπειρία την έχουμε. Ζήσαμε τα χρόνια της αφθονίας, με τον καταναλωτισμό, την επιδερμικότητά τους, τις στρεβλές αξίες τους, την απώλεια της ουσίας χάριν του φαίνεσθαι. Μόνο που η δική μας επιστροφή στη «χώρα των αισθήσεων» έγινε με ανώμαλη προσγείωση και το τράνταγμα που αισθανθήκαμε μας ακολουθεί και θα μας ακολουθεί.
Τα διηγήματα αυτής της συλλογής αποτελούν στην ουσία μια εικόνα της νεοελληνικής πραγματικότητας των χρόνων πριν την κρίση και στη διάρκειά της, με αναφορές και στο πιο μακρινό παρελθόν που, χωρίς να είναι ο παράδεισος, ήταν η τάξη του σύμπαντος σε ανθρώπινα μέτρα. Στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν χαρακτηριστικές κατηγορίες ανθρώπων της ελληνικής κοινωνίας. Εργαζόμενοι με νοοτροπία λούμπεν που στα χρόνια της αφθονίας ξοδεύουν «μύρια» για πλάκα, γραφειοκράτες, εκπρόσωποι της Εκκλησίας, πολιτικοί, επιχειρηματίες, αγρότες, εργαζόμενοι που αγωνιούν για την ανανέωση της σύμβασής τους, άνεργοι.
Ο ρεαλισμός με τον οποίο περιγράφονται όλες αυτές οι καταστάσεις μπολιάζεται από σουρεαλιστικές πινελιές που δημιουργούν μια αίσθηση γκροτέσκου και τονίζουν ακόμα περισσότερο τον παραλογισμό των όσων βιώνουμε καθημερινά. Ο συγγραφέας σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, μας κλείνει το μάτι, και με ένα ιδιότυπο χιούμορ μάς κάνει να χαμογελάμε πικρά αναγνωρίζοντας πράγματα που όλοι έχουμε ζήσει
Η ματιά του Μαγριπλή κριτική, και η πένα του καυστική, καταγγέλλει τη γραφειοκρατία, το ψεύδος και τα κούφια λόγια των πολιτικάντηδων, την υποκρισία «του καλού κόσμου», τα φαινόμενα του τζόγου και της ανούσιας κατανάλωσης, την ανθρωποφαγία στην οποία καταδικάζεται να καταλήξει ο κόσμος μέσα σε συνθήκες ολοένα αυξανόμενης ανεργίας και φτώχειας. Παράλληλα, δεν παραλείπει να αναφερθεί και στα φωτεινά παραδείγματα εκείνων που δεν έχουν χάσει το μέτρο και την ανθρωπιά τους. Η ανεργία είναι πάντα ένα θέμα που καίει και ο συγγραφέας σχολιάζει πικρά την ανεργία των πτυχιούχων, ενώ δεν αφήνει στο απυρόβλητο και τα «προοδευτικά» αφεντικά με νοοτροπία «Ελληνάρα», που ανθούν εντός και εκτός της χώρας.
Ο ρεαλισμός με τον οποίο περιγράφονται όλες αυτές οι καταστάσεις μπολιάζεται από σουρεαλιστικές πινελιές που δημιουργούν μια αίσθηση γκροτέσκου και τονίζουν ακόμα περισσότερο τον παραλογισμό των όσων βιώνουμε καθημερινά. Ο συγγραφέας σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, μας κλείνει το μάτι, και με ένα ιδιότυπο χιούμορ μάς κάνει να χαμογελάμε πικρά αναγνωρίζοντας πράγματα που όλοι έχουμε ζήσει, αναγνωρίζοντας τελικά τον ίδιο μας τον εαυτό μέσα σε κάποιες από τις ιστορίες του.
Τέλος, θα έλεγα πως η διαδρομή του βιβλίου είναι κατά κάποιον τρόπο η διαδρομή τούτου του τόπου. Ξεκινώντας με το πρώτο διήγημα «Η χώρα της αφθονίας», αναφορά στα χρόνια της κατανάλωσης, τελειώνει με τον τρεφόμενο από σκουπίδια ήρωα του διηγήματος «Στον κάδο μου» και το γενικό ξεπούλημα της πατρώας γης στο «Antistathite».
Η συλλογή Τα καναπεδάκια της ανεργίας του Δημήτρη Μαγριπλή είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, χιουμοριστικό και πικρό χρονικό της Έρημης Χώρας.
Τα καναπεδάκια της ανεργίας
Δημήτρης Γ. Μαγριπλής
Κριτική
144 σελ.
ISBN 978-960-586-129-2

πρώτη δημοσίευση  :http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/6299-ta-kanapedakia-tis-anergias